Τετάρτη 31 Ιουλίου 2019

Βήματα - Jerzy Kosinski

ΟΤΑΝ ΘΑ ΕΧΩ ΦΥΓΕΙ, δεν θα είμαι πια για σένα παρά μια ακόμα ανάμνηση. Θα με θυμάσαι ξαφνικά, θα γεμίζω ανησυχία τις σκέψεις σου, θα αναστατώνω τα αισθήματά σου. Και τότε σ’ αυτή τη γυναίκα θ’ αναγνωρίζεις τον εαυτό σου.

Κοίταξε το δωμάτιο. Το κρεβάτι του ήταν στρωμένο και οι κουρτίνες ανοιχτές. Γύρισε και κατέβηκε αργά.

Στο χωλ, ο υπάλληλος βρισκόταν στη θέση του. Ενοχλημένος που την είδε, έσκυψε το κεφάλι ελαφριά. Εκείνη έκανε πως έβλεπε τις καρτ ποστάλ στο τουρνικέ, έριξε όμως μια κλεφτή ματιά προς το γραφείο. Σε μια γωνιά στο ράφι, πρόσεξε ένα σωρό φάκελα με τον γραφικό του χαρακτήρα. Ο υπάλληλος είδε το βλέμμα της και πήρε τα γράμματα.

«Πρέπει να σταλούν όλα ‘‘συστημένα’’», είπε. «Γι’ αυτό δεν τα έριξα στο κουτί. Ο μικρός θα τα πάει στο ταχυδρομείο».

Την κοίταξε περιμένοντας να πει κάτι. Καθώς δεν μιλούσε, ο υπάλληλος ταχτοποίησε γρήγορα τα γράμματα κι εκείνη μπόρεσε να δει πως μερικά από αυτά απευθύνονταν σε τράπεζες και άλλα σε δικηγόρους. Ο υπάλληλος τα έβαλε στην άκρη.

«Ο κύριος έφυγε σήμερα το πρωί, είπε. Άφησε μόνο αυτά τα γράμματα, χρήματα και οδηγίες. Είπε πως θα ξαναγυρίσει».
Δίστασε, έπειτα ρώτησε:
«Εσείς θα μείνετε;».
Εκείνη κοίταξε το ιδρωμένο μέτωπό του.
«Δε ξέρω, είπε. Δεν ξέρω ακόμα.

Γδύθηκε, μπήκε στη θάλασσα κι άρχισε να κολυμπάει. Ένοιωσε την κίνηση του κορμιού της και την κρυάδα του νερού. Ένα μικρό πεθαμένο φύλλο χάιδεψε τα χείλη της. Πήρε βαθειά αναπνοή και βούτηξε. Στο βυθό μια σκιά γλίστρησε πάνω στα φύκια κι έδωσε ζωή στο κρεβάτι του ωκεανού. Για να βρει εκεί κάτω την πρώτη πηγή, σήκωσε τα μάτια κοιτάζοντας μέσ’ απ’ το νερό και διέκρινε το πεθαμένο φύλλο, που λίγο πριν την είχε χαϊδέψει. 


Σημειωματάριο

Ταξιδιάρηδες

Βήματα - Jerzy Kosinski
Εθνικό Βραβείο Μυθιστορήματος ΗΠΑ 1969