Τετάρτη 21 Αυγούστου 2019

Φθινοπωριάτικο δειλινό

Φθινοπωριάτικο δειλινό. Φεστιβάλ γαλήνης και παιδικών εξάρσεων, στιγμές χαλάρωσης, ώρα περισυλλογής και μοναξιάς. Το καλοκαίρι ψυχορραγεί, αφήνοντας πίσω του ερημικές παραλίες, πατημασιές από ανθρώπινα χνάρια, ονειροπολήματα και καρδιοχτύπια μαζί με πρόσκαιρους έρωτες, που σβήνουν τόσο σύντομα κι απομένουν σαν μια νοσταλγική ανάμνηση από το "καλοκαίρι εκείνο" που θα αποζητάς νοσταλγικά στα κατοπινά σου χρόνια…
 

Στέκω και κοιτάζω εκστασιασμένος το αιματοβαμμένο φως του ήλιου να πυρπολεί τις βουνοκορφές στο βάθος του ορίζοντα, κι αφουγκράζομαι τις παιδικές φωνές και τα ξεφωνητά των,  καθώς οι δρόμοι και οι γειτονιές πήραν να ζωντανεύουν ύστερα απ’ το καλοκαιριάτικο κάμα. Λυγίζω από συγκίνηση και η ψυχή μου γέρνει σαν ώριμος καρπός πάνω στο στάχυ, ετούτη τη μυσταγωγική ώρα. Αφήνομαι λοιπόν να με παρασύρει σ’ ένα γλυκόπικρο μοναχικό ταξίδι στα παιδικά μου χρόνια, στα χρόνια της ανέμελης νιότης και της παιδικής αθωότητας, με τους ανεκπλήρωτους πόθους και όνειρα, τους στεναγμούς της καρδιάς και τα αναφιλητά της… Και για μια στιγμή, στρέφω το βλέμμα μου προς τα πίσω και κοιτάζω τα κιτρινισμένα φύλλα των δένδρων να κείτονται σαν άψυχα κορμιά στην άκρη του δρόμου, όμοια με το διάβα των παιδικών μου χρόνων.



 

Κλείνω ευλαβικά τα βλέφαρα και ξαναγίνομαι παιδί… Να περπατήσω θέλω, μαζί με τους φίλους μου στα σοκάκια της γειτονιάς, να σουλατσάρω στους χωματόδρομους, να νοσταλγήσω και να κλάψω γι’ αυτούς που έφυγαν για πάντα, άλλοι σε τόπους μακρινούς κι άλλοι άγνωστο που.  Να τους φωνάξω, να τους αναζητήσω  και να τους συνάξω όλους για ύστατη φορά. Να θυμηθούμε όλοι μαζί τις χαμένες εποχές που ζήσαμε και μας σημάδε­ψαν, που ποτέ πια δε θα ξανάρθουν… Τότε που με κοντά παντελονάκια και την τσάντα στον ώμο πηγαίναμε σχολείο, κατηχητικό, η ‘‘Σινεάκ’’, και παίζαμε ‘‘κρυφτό’’, ‘‘σκλαβάκια’’ και ‘‘κυνηγητό’’, ‘‘εφτάπετρο’’, ‘‘τσιλίκα’’, ‘‘βώλους’’ και τόσα άλλα, που πετούσαμε τους χαρταετούς μας, (αητό σκουφάκι από ένα φύλλο χαρτί και για σκοινί μια κου­βαρίστρα) και πηγαίναμε να τον πετάξουμε στο "δεύτερο καραούλι", που στήναμε ένα σεντόνι και με ένα κερί  στο χέρι προσπαθούσαμε να δώσουμε μια παράσταση καραγκιόζη… Που παίζαμε ποδόσφαιρο και κυλιόμασταν στις λάσπες και πότε μέσα στις πέτρες, πάνω στους σκληρούς, χωμάτινους δρόμους της Νέας-Σφαίρας και πότε στο γηπεδάκι του ‘‘Καμάρα’’ με τις νεροκαλαμιές. Και τρυπούσαμε τις σό­λες μας, και γδέρναμε τις μύτες των παπουτσιών μας, και σπάζαμε τα μούτρα μας  μαζί με τα λουλούδια της γειτονιάς και ματώναμε τα γόνατά μας... Πόσες και πόσες φορές, κάποιο δολοφονικό μαχαίρι δε χώθηκε στα σπλάχνα μιας μπάλας, όταν ένας από εμάς κλωτσούσε άστοχα και την έστελνε στον κήπο της γειτόνισσας! Μας έπιανε το παράπονο και το κλάμα. Μα για λίγο… Πάντα τα  καταφέρναμε κι όλο βρίσκαμε μια άλλη! Κι όταν δεν ήταν μπορετό, να η εύκολη λύση: μια μισολιωμένη  κάλτσα γεμισμένη με κου­ρέλια. Και δως του καλα­μιές και φωνές για φάουλ και πέναλτι. Ποιος αποφάσιζε; Μόνοι μας. Η πλειοψηφία. Κι όταν δεν εισακουγό­μασταν, η απειλή: «εγώ δεν παίζω, παίξτε μόνοι σας». Ο απόλυτος εκβιασμός…

Τι να πρωτοθυμηθείς! Συλλαμβάνω τα μάτια μου να στάζουν. Τα αφήνω. Και οι στάλες τους κυλούν μέσα μου και ποτίζουν την ψυχή μου σα βάλσαμο, σαν Άγιο και Ιαματικό Θείο Μύρο και με ζεσταί­νουν! Και με δροσίζουν! Αλλά και με ξεκουράζουν. (Λες το κλάμα μετανοίας μου μιας εξομολόγησης που ζητάει εξιλέωση για τα πραχθέντα όλου του βίου μου;) Τι παράξενα συναισθή­ματα! Λες κάτι μυσταγωγικό, κάτι Ιερό  να με κύκλωσε αυτή την ώρα του μενεξεδένιου δειλινού και οι θύμησες καλπάζουν  μπροστά απ’ τα θαμπά μου βλέφαρα σαν ατίθασα που­λάρια…