Να, τώρα, σα να ακούω τις φωνές της κυρά-Γιαννούλας να δώσει το αυγό στο «Δημητράκη της», τον πατέρα του που του έκανε σινιάλο κουνώντας το δείκτη του χεριού του για να τον μαζέψει απ’ τα σοκάκια, το αυστηρό νεύμα του κυρ-Γιάννη, φωνάζοντας το Βασίλη, (που όταν παίζαμε ποδόσφαιρο η γλώσσα του κρεμόταν έξω απ’ το στόμα), που ερχόταν για φαγητό καβάλα στο ποδήλατο δώδεκα η ώρα νταν το μεσημέρι, για να ξαναφύγει σχεδόν μέσα σε μια ώρα, βλέπω τον εαυτό μου με κοντό μαύρο σωβρακάκι να παριστάνω τον τερματοφύλακα, ακούω τις φωνές μας ανάκατα μαζί με τις φωνές των σημερινών παιδιών να ψάλλουν τα κάλαντα, ακούω το θόρυβο της μπάλας πάνω στους τοίχους της Κυρά-Μορφίας και στο «τοιχάκι» του γηπέδου, ακούω το θόρυβο που έκανε το κάρο που έφερνε τα ψώνια του κυρ-Οδυσσέα, βλέπω το Χάρη να πηδάει άλμα εις ύψος, να παίζουμε βόλεϊ. Μαζί μας και τα κορίτσια της γειτονιάς, να κάθονται στα σκαλοπάτια της κυρά-Μορφίας, πολλές φορές να παίζουμε μαζί τους, να μας ακολουθούν στο παιχνίδι μας…
Αλλά, και κάτι υπέροχα καλοκαιρινά απογεύματα, μεσημεράκια πες καλύτερα, στην πλατεία Ελευθερίας κάτω απ’ τις νεραντζιές, πότε να τσακωνόμαστε για το ποδόσφαιρο, πότε να λέμε ανέκδοτα σκασμένοι στα γέλια, πότε σιωπηλοί, κρυφογελώντας μέσα μας, ακούγοντας τους μεγάλους που έστηναν ‘‘πηγαδάκια’’ έξω απ’ τα καφενεία και σχολίαζαν την πολιτική και τα ποδοσφαιρικά αποτελέσματα. Άλλοτε πάλι αράζαμε στα παγκάκια του πάρκου, φλερτάροντας ντροπαλά τις κομψές δεσποινιδούλες που περνούσαν αδιάφορες δήθεν, με τα τετράδια και βιβλία στο χέρι και τις μπλε ποδιές, κουνώντας προκλητικά τους γοφούς, πηγαίνοντας στα διάφορα φροντιστήρια «ΞΕΝΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ».
Και τόσα άλλα που περνούν από μπροστά μου ανάκατα και δεν τα προλαβαίνω –χάνονται, χάθηκαν μάλλον στο διάβα του χρόνου Τ’ αναζητώ λοιπόν όλα αυτά, τα νοσταλγώ. Με σημάδεψαν. Μπορώ να κάνω κάτι; Μάλλον όχι αλλά θα προσπαθήσω. Έχει απομείνει λίγη φωνή μέσα μου. Κάνω τα χέρια μου χωνί και φωνάζω: «ΦΙΛΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙΙΙ…» Στήνω αυτί μήπως και πάρω απάντηση. Αλλοίμονο! Ακούω τον αντίλαλο της δικής μου φωνής. Σα να με ειρωνεύεται, σα να μου ψελλίζει κοροϊδευτικά «σοβαρέψου, δεν είσαι πια παιδί». Σφίγγω τις γροθιές μου πεισματικά. «Όχι», της απαντώ, «εγώ σε δουλεύω, ούτε θα σοβαρευτώ, ούτε θα πάψω να τους ψάχνω και να τους φωνάζω». Γιατί, κατά βάθος, παραμένω ακόμα παιδί –όπως ήμουνα πάντα, όπως θέλω να παραμείνω, όπως θέλω να είναι ο κόσμος όλος. Εγώ θα ακολουθώ τα χνάρια μιας άλλης εποχής, θα είμαι πάντα, μα πάντα, ένα μωρό που γελάει ηλίθια, θα φλερτάρω την γύρη των λουλουδιών, θα μαζεύω τζιτζίκια και χρυσόμυγες, θα αναζητώ τους παιδικούς μου φίλους μαζί με τα κοριτσόπουλα της γειτονιάς με τα κοντά φουστάνια και τις μπλε ποδιές, τις κορδέλες στα μαλλιά και τις αλογοουρές, που μοσχομύριζαν δυόσμο και γιασεμί κι έπαιζαν ‘‘σχοινάκι’’ και ‘‘τυφλόμυγα’’. Και το καλοκαίρι θα σουλατσάρω στις παραλίες, θα τρυγώ με την αίσθηση της όρασης τα αλαβάστρινα κορμιά πάνω στην καυτή άμμο, αναζητώντας τον παιδικό μου έρωτα, το πρώτο μου καρδιοχτύπι… Κι ύστερα, όπως τώρα, όπως κάθε χρόνο, γεια σου καλοκαιράκι και μενεξεδένια δειλινά, γεια σας ξυπόλητα αλητάκια. Ίσως του χρόνου... Θα περπατώ ολομόναχος στις ερημικές ακρογιαλιές, θα βυθίζω τις φτέρνες μου στη νοτισμένη άμμο, και θα αναμετρώ τα χνάρια π’ αφήσατε πίσω σας, ίσαμε που να τα γλύψει το κύμα. Και πάντα θα με συντροφεύει μια γλυκιά ανάμνηση κι ένας μόνιμος πόθος, από ένα κορίτσι να στάζει θάλασσα, με αλαβάστρινο σώμα και κερασένια χείλη…
Κάπως έτσι τα βλέπω την ώρα ετούτη, έτσι θέλω να ζω, με την καλπάζουσα φαντασία μου να οργιάζει κάθε φθινοπωριάτικο δείλι, με τα παιδικά μου μάτια, τα άσπρα μαλλιά και τις χαραγμένες στο μέτωπο ρυτίδες.
