Σας γνώρισα κατά τη διάρκεια ενός ακουστικού live σε ένα “ζεστό” μαγαζί κάπου στο Γαλάτσι. Λίγα όργανα, πιο ήπιοι ρυθμοί και ήρεμοι τόνοι. Η δυναμική της ολοκληρωμένης συναυλίας υπό τη συνοδεία φουλ μπάντας φαντάζομαι διαφέρει. Τι στ’ αλήθεια προτιμάτε από τα δύο;
Κατ’ αρχήν, ας σου θυμίσω ότι αυτό το μαγαζί -για το οποίο λες- εκτός από γνωστό, οικογενειακό είναι και «σκληρό» μαγαζί, δηλαδή, θέλω να πω, δεν ήταν και τόσο ήπιοι οι τόνοι. Προσπαθήσαμε και εμείς – μέσα στο χρόνο της επικοινωνίας της ζωντανής νομίζω ότι το κερδίσαμε- να μπορούμε να παίξουμε και μερικά ήσυχα πράγματα τόσο και σε δυναμικές όσο και σε περιεχόμενο. Το Sante είναι ένα μαγαζί με ιστορία, είναι ένα «ηλεκτρικό» μαγαζί, ένα μαγαζί που απευθύνεται σ’ αυτούς που αγαπούν το ηλεκτρικό τραγούδι. Κι αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που χάρηκα και για την πρόσκληση και που ήθελα να πάω και που πολλές φορές τολμάω να πηγαίνω με μια κιθάρα και με ένα πιάνο να παίξω σε τέτοιους χώρους. Γιατί, εξαρτάται κι απ’ το χέρι του παίκτη η δυναμική και η αίσθηση που πηγάζει από ένα live. Πάντοτε έπαιζα σ’αυτούς τους χώρους σαν να ήμουν με μπάντα, ενώ ήμουν με δύο άτομα ή και μόνος μου.
΄Ετσι και αλλιώς όλα αυτά τα τελευταία χρόνια, δεν σταμάτησα να λέω την αλήθεια, που είναι ότι προέρχομαι από το ηλεκτρικό τραγούδι. Δηλαδή, η μεγάλη μου αγάπη και η αφετηρία μου με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο -και μπορώ να γίνω πιο συγκεκριμένος παρακάτω-ήταν το ηλεκτρικό τραγούδι. Και μετά το ηλεκτρικό τραγούδι αμέσως, ένα μέρος των παλιών καλών λαϊκών τραγουδιών μέσω του πατέρα μου. Το ηλεκτρικό τραγούδι ήρθε σε μένα μέσω της μητέρας μου. Και όταν λέω ηλεκτρικό τραγούδι, μιλάω, βέβαια, για το Rhythm and blues που έγινε Rock ‘n’ Roll και αυτό που το διαδέχθηκε το ροκ.
Οπότε, θέλω να πω ότι η αίσθησή μου και η αντίληψή μου,- που πολλές φορές ξενίζει ακόμα και συναδέλφους μου γι’ αυτό που έχουν στο μυαλό τους για το πώς θα έπρεπε ένα έντεχνο live να εκτυλίσσεται, από το ποιο να είναι το ρεπερτόριό του μέχρι ποιος να είναι ο τρόπος του παιξίματος του-, προέρχεται από εκεί απ΄το ηλεκτρικό τραγούδι. Άρα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο -για να καταλήξω- είτε είναι σε μια πολύ μεγάλη αίθουσα, είτε είναι σε μια πολύ μικρή, ο τρόπος γενικά για εμένα δεν αλλάζει. Είτε είναι με δύο όργανα, είτε είναι με πολλά. Φυσικά, η επικοινωνία είναι ένα ζητούμενο εδώ, δηλαδή το πόσο έχεις την ικανότητα και την αμεσότητα να νιώθεις και την ενέργεια του άλλου και το πρόσωπό του στο μισό μέτρο. Αλλά από την άλλη, και τι μεγαλείο όταν σε ένα χώρο και με όλη τη μπάντα «αρματωμένη» μπορεί να σου συμβεί ή μπορείς να πετύχεις το ίδιο σαν να είσαι σε ένα μικρό χώρο! Γιατί το ζωντανό στη σκηνή είναι μια ιστορία για δυο, του καλλιτέχνη και του κοινού. Για να πας όμως σ’ αυτούς τους «μαγικούς χώρους» εκεί δηλαδή που μπορεί μια βραδιά με ζωντανή μουσική να σε ταξιδέψει και να δεις το θαύμα πως «ένα κι ένα ίσον τρία», θέλει αληθινή πίστη και από τις δυο πλευρές.

-Κατά πόσον, δηλαδή, η επικοινωνία ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό, η διαδραστικότητα αυτή είναι ένα σημαντικό κομμάτι;
Εντάξει, δεν μπορεί να υποκριθεί κανείς ότι -για όσους από εμάς αυτή η μεγάλη αγάπη που λέγεται τραγούδι, έγινε και δουλειά – ότι δεν γίνεται και για το βιοπορισμό. Όμως για εμένα, το νούμερο ένα ζητούμενο είναι, εκτός από την προσωπική μου έκφραση και θεραπεία, ακριβώς αυτή η διαδραστικότητα και αυτή η γη της επαγγελίας, αυτή η χώρα των θαυμάτων που ούτε εσύ μπορείς να πας μόνος σου χωρίς το κοινό, τόσο εύκολα βράδυ το βράδυ, αλλά ούτε και το κοινό χωρίς εσένα. Οπότε για εμένα, αυτό είναι το κλειδί του παραδείσου. Είναι το ίδιο πράγμα που νιώθει κάποιος όταν μαθαίνοντας μια κιθάρα νιώθει ότι δεν θέλει να την ξαναφήσει. Φυσικά το πώς στέκεται κάποιος στο πάλκο έχει να κάνει και με μια γενικότερη πάλη της ζωής κάθε καλλιτέχνη βέβαια, εσωτερική. Δεν είναι μόνο το κουμάντο του πάλκου, έχει να κάνει πολύ και με το κουμάντο που προσπαθεί ο ίδιος να βάλει στη ζωή του.
-Έχετε συνεργαστεί με πλήθος γνωστών και καταξιωμένων καλλιτεχνών. Τι νιώθει ένας άνθρωπος που, μετά από τόσα χρόνια, έχει καταφέρει να ζει μέσα απ’ αυτό που αγαπά; Ένας άνθρωπος που, αν μη τι άλλο, έχει αφήσει το σημάδι του στο χώρο;
Τι να πρωτοπώ εδώ! Πρώτα απ’ όλα, ότι ανήκω σε μια πολύ πολύ μικρή πλειοψηφία που κάναμε τον πρώτο μας δίσκο, ή καλώς ή κακώς βγήκαμε στο ελληνικό τραγούδι, πολύ μικροί. Το πρώτο μου τραγούδι ηχογραφήθηκε στα 22 και ο πρώτος μου δίσκος λίγο πριν μπω στα 24. Αυτό είναι πρωτοφανές, βέβαια, γιατί η Ελλάδα είναι μια χώρα ακόμα γερόντων και κλειστοφοβική, συντηρητική και φοβισμένη απέναντι στο οτιδήποτε καινούριο. Οι Ελληνίδες μητέρες λένε ένα αρσενικό ή ένα φίλο τους μέχρι τα 50 «παιδί». Λοιπόν, αυτό το πράγμα σε μια εποχή που με όρους του τρέχοντος τραγουδιού του εξωτερικού, στα 30 ή 32 χρόνια κάποιο συγκρότημα μπορεί να διαλυθεί ή να θεωρηθεί ότι μπαίνει στη φάση της δύσης της καριέρας του, στην Ελλάδα, με το καλό και το κακό που έχει αυτό, τα ντεμπούτα γίνονταν μετά τα 30, 32, 35.
Μιλώ για τους τραγουδοποιούς. Άρα εγώ από τη μία είμαι λίγο μαγική εικόνα και ίσως να υπάρχουν άλλοι δύο σαν και εμένα που ξεκίνησαν τόσο μικροί τη διαδρομή τους και τη σημασία της. Δηλαδή υπάρχει ακόμα μεγάλη διαδρομή, αλλά είμαστε ακόμα μικροί. Αυτό τι μας κάνει; Μας κάνει τώρα τα τελευταία χρόνια, -ασχέτως αν έγραψα πολλά τραγούδια που αγάπησε ο κόσμος ή αν είχα πάρα πολλές συνεργασίες-, να αρχίζω να συνειδητοποιώ και λόγω της ηλικίας μου αλλά και λόγω αυτού που ο χώρος ή οι συντεταγμένες του σε αφήνουν να δω ή να καταλάβω ποιο είναι το σημάδι μου στο χώρο.
Ξέρεις, μερικές φορές πάω να το ξεχάσω κι εγώ! Mία φορά πήγα σε μια εταιρεία και ήθελε κάποιος να κάνουμε μια συζήτηση για ένα best, για μία συλλογή αναδρομική. Μου είπε, λοιπόν, αυτός πως εδώ υπάρχουν συνεργασίες από το Σταύρο Λογαρίδη και το Βασίλη Σκουλά, ως το Τρίφωνο και το Μανώλη Λιδάκη. Και από τη Δήμητρα Γαλάνη ως τη Μπάμπαλη. Δηλαδή, δημιουργούνταν και συντεταγμένες που με κάποιο τρόπο και με άξονα ένα ηλεκτρισμένο τραγούδι, ένωναν και πρόσωπα διαφορετικών σχολών. Θέλει πολύ γερό στομάχι για να αντέχεις σε αυτή τη δουλειά, να το αγαπάς πάρα πολύ, πολλή υπομονή, πολλή τύχη, πολλές διαδικασίες προσευχής. Βέβαια, το ταλέντο -φαντάζομαι- έχει να κάνει και με τους συνεργάτες που επιλέγεις και κυρίως με αυτούς που σε επιλέγουν.
- Η επιλογή των συνεργατών σας πώς έγινε;
Αυτό γίνεται από ένα σημείο και μετά πιο εύκολα όταν -ξέρεις- έχεις κάνει κάποια τραγούδια που έχουν επικοινωνήσει με τον κόσμο ή έχουν αγαπηθεί και αμέσως κάποιος θα ζητήσει ένα τραγούδι και το ένα θα φέρει τ΄άλλο. Κι αν αυτό ξαναπετύχει, το ένα θα φέρει το άλλο. Ή αν δουλεύεις με μια ομάδα παραγωγής. Εγώ πάντα βέβαια το αγαπούσα αυτό και πάντα πίστευα πολύ στη συνεργασία και στις μπάντες. Από την άλλη κάποια τραγούδια ξεπερνούσαν τη φωνή μου. Έτσι, ένιωθα ότι έπρεπε να έχουν έναν άλλον αποδέκτη. Ή πάλι πολλά τραγούδια ήταν επίσης πάρα πολύ θηλυκά στο θέμα τους.
Όχι τόσο στο θέμα τους, όσο στην ψυχή τους. Έχω γράψει πάρα πολλά τραγούδια για γυναίκες. Πάρα πολλά πραγματικά. Οπότε, δίνοντας τα τραγούδια σε μια μεγάλη ερμηνεύτρια έκανα αυτό που πίστευα σωστό για το τραγούδι. Από την άλλη βέβαια, έσκαψα λίγο και το λάκκο μου και υπέγραψα και λίγο την καταδίκη μου. Ειδικά μετά το «Σαν να μην πέρασε μια μέρα», που γράψαμε με το Γιώργο Δημητριάδη, και μετά το «Πιάσε με», που έσκασε έτσι με την Ελένη Τσαλιγοπούλου το ’99 -για πολλά χρόνια, τουλάχιστον για τέσσερα-, βρέθηκα στη θέση ενός προσώπου, που όλοι περιμένανε να βρούν ένα σουξέ απ’ αυτόν ή ένα τραγούδι στο οποίο θα στήριζε κάποιος άλλος την καριέρα του παρά εγώ, ο οποίος εξακολουθούσα να ηχογραφώ τους προσωπικούς μου δίσκους.
-Η «Επιμονή σου», το οποίο ερμηνεύσατε μαζί με την Ελεονώρα Ζουγανέλη αγαπήθηκε πραγματικά. Είναι ένα τραγούδι που έγινε hit από την πρώτη στιγμή που κυκλοφόρησε. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί το μεταδίδουν συνέχεια. Θέλετε να μου πείτε γι’ αυτό;
Εγώ ήθελα να αποκαταστήσω το εξής. Ένιωθα χρόνια ότι η επιμονή είναι μια αρετή που την έχουν όλοι λοιδορήσει πάρα πολύ. Και κυρίως, στα διαπροσωπικά θέματα μέσα στο ζευγάρι. Ο κόσμος έχει την τάση -σε αντίθεση με την υπομονή που αγιοποιείται πιο εύκολα- να στήνει γύρω από την επιμονή σχόλια και να χαρακτηρίζει τα επίμονα πρόσωπα με αρνητική χροιά. Δηλαδή, αυτός που τα ‘σπασε σε κάποιον, αυτός που μέχρι το τέλος είναι άπληστος και θέλει να γίνεται το δικό του κτλ. Εγώ φυσικά μιλάω για το υπερλογικό κυνήγι ενός ονείρου. Είναι ένα τραγούδι πίστης η «Επιμονή», περί αυτού πρόκειται. Το όνειρο τείνει να καταρρεύσει χωρίς αυτό το στοιχείο. Και πάρα πολλές φορές στο ζευγάρι κάποιος παίζει το ρόλο αυτό. Οπότε, είναι ένα μεγάλο μέρος των σκέψεων που έχω όλα αυτά τα χρόνια για τη ζωή μου, για το πώς επιμένει κανείς στο τραγούδι κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, για το πώς επιμένει κανείς να ζει στον αφιλόξενο τόπο του.
Να μην νομίζει κανένας νέος πως η επιτυχία είναι το παν. Η μάχη κρατά μέχρι το τέλος. Είναι άλλοι οι όροι που μπορεί να σε έχουν βάλει μέσα σ’ ένα κλίμα, ή σε μια ομάδα εργασίας, που -ας πούμε- κατά περιόδους να νιώθεις ότι τα χέρια σου είναι λυμένα. Δεν αρκεί η επιτυχία. Κι ο νοών νοείτω. Το πόσο επιμένει κανείς να ζει στη χώρα του, το πόσο επιμένει να ξαναερωτεύεται αυτόν με τον οποίο είναι μαζί είναι μια καθημερινή μάχη. Αυτά όλα κρύβονται πίσω από το τραγούδι. Και πάνω από όλα μιλάω για το πώς η πιο δοκιμασμένη συνταγή για όλα όσα αγαπάμε είναι μία: η καθημερινή δουλειά.
Κρύβεται επίσης και ένα ζευγάρι ομογενών, που πριν πολλά χρόνια είχε επιστρέψει στην πατρίδα τους και ακόμα ζουν ακμαίοι σε ένα ακριτικό νησί. Όταν μου είχε πει μια μέρα η κυρία του ζεύγους ότι « ότι αυτό που μας άνθισε τελικά εδώ πέρα, σ’ αυτό το βράχο ξανά, είναι η αστείρευτη επιμονή μας να τον αγαπήσουμε και να τα καταφέρουμε». Ήταν μια κανονική προβολή μπροστά μου μιας ηλικιωμένης πια γυναίκας, προς το τέλος της ζωής της, που δεν είχε όρεξη για εγωισμούς και διεκδικήσεις, που παραδεχόταν ότι πράγματι το καταλυτικό στοιχείο κάποιων καίριων επιλογών στη ζωή του ζευγαριού βασιζόταν στη χωρίς τεκμηρίωση οπωσδήποτε πίστη και επιμονή του ενός συζύγου απ’ τους δύο προς μια κατεύθυνση ονείρου.